Η λατρεία της θεάς Αρτέμιδας, θεάς της φύσης, άρχισε τουλάχιστον από τον 9ο αι. π.Χ., σε ιερό τέμενος στην Βραυρώνα (https://www.efaanat.gr/index.php/sites/) κοντά στον ποταμό Ερασίνο και τις εκβολές του. Στον χαρακτήρα της ταιριάζει η κύρια ιδιότητα με την οποία λατρευόταν στην Βραυρώνα, της προστάτιδας των γυναικών, επίτοκων και λεχώνων, καθώς και των παιδιών. Το ιερό με τα χρόνια έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές και σταδιακά οικοδομήθηκαν κτήρια για τις ανάγκες της λατρείας και των τελετών, όπως ο ναός σε υπερυψωμένο βραχώδες σημείο και οι στοές, η βόρεια και η αναστηλωμένη σήμερα μεγάλη στοά, στο πλάτωμα μπροστά και χαμηλότερα από το ναό.
Η Βραυρώνα είναι ακόμα ένα παράδειγμα της αντίληψης των αρχαίων Ελλήνων να επιλέγουν για τα ιερά τους τόπους που ταιριάζουν με τη λατρευόμενη θεότητα και να εκφράζουν την ευλάβειά τους οικοδομώντας κτήρια που όχι μόνον εντάσσονται στο περιβάλλον, αλλά αναδεικνύουν τα χαρακτηριστικά του τοπίου. Είναι η έκφραση της αρμονίας μεταξύ του φυσικού και του ανθρώπινου, του ανθρώπινου και του θείου.
Το ιερό της Βραυρωνίας Αρτέμιδας εγκαταλείφθηκε σταδιακά τον 3ο αι. π.Χ., μάλλον γιατί ο Ερασίνος πλημμύριζε και παρακώλυε τη λειτουργία του. Κατ΄ άλλη άποψη, η αιτία ήταν ο Χρεμωνίδιος πόλεμος (267-265 π.Χ.). Πιθανώς, ο συνδυασμός των δύο αυτών αιτίων, οδήγησε στην παρακμή του ιερού.
Τα κτήρια του ιερού παρέμεναν θαμμένα στις επιχώσεις του ποταμού που συσσωρεύθηκαν στους αιώνες, μέχρι την δεκαετία του 1950 οπότε σταδιακά ήλθαν στο φως από την αρχαιολογική σκαπάνη. Ο χώρος αναδείχθηκε και έγινε επισκέψιμος, ενώ κτίστηκε και το μουσείο για να στεγάσει τα πλούσια ευρήματα από τις ανασκαφές του ιερού. Ευθύς έγινε αντιληπτό, ότι ο επισκέψιμος αρχαιολογικός χώρος θα πλημμύριζε, αφού ολόκληρη η περιοχή με ακτίνα περίπου 1 χλμ. περιμετρικά του κατακλύζεται από νερά σε περίπτωση ισχυρών βροχοπτώσεων. Έτσι, εγκαταστάθηκε σύστημα άντλησης των ομβρίων υδάτων, το οποίο ενισχύθηκε από την Εφορεία Αρχαιοτήτων στο πλαίσιο του έργου (ΕΣΠΑ) για την διαμόρφωση του επισκέψιμου αρχαιολογικού χώρου. Παράλληλα, γίνονταν σε τακτά διαστήματα, κατά μέσο όρο ανά διετία και ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες – καθώς μεσολάβησαν σε αυτές τις δεκαετίες περίοδοι ανομβρίας – καθαρισμοί της κοίτης του ποταμού από τον αρμόδιο προς τούτο φορέα, ώστε να απομακρύνονται με μηχανικά μέσα οι όγκοι της λάσπης, των λίθων αλλά και ογκωδών απορριμμάτων που σωρεύονταν αποφράσσοντας το ποτάμι και μειώνοντας τη ροή του. Έτσι, τα νερά απομακρύνονταν από τον επισκέψιμο αρχαιολογικό χώρο στην περιοχή του υγροβιότοπου που εκτείνεται ανατολικότερα μέχρι την εκβολή στην θάλασσα, χωρίς να θίγονται τα ενδημικά είδη ζώων και φυτών, δεδομένου ότι η ύπαρξή τους διαπιστώνεται σήμερα.
Παράλληλα, το ΥΠΠΟ προχώρησε στην θεσμική προστασία της περιοχής με τον διττό χαρακτήρα της, φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον, όπως εξάλλου επιτάσσει το Σύνταγμα της χώρας μας, με διοικητικές πράξεις. Από το 1957 ο χώρος κηρύχθηκε ως αρχαιολογικός (ΦΕΚ 265/Β/1957) με όρια που διευρύνθηκαν το 1963 (ΦΕΚ117/Β/1963) και το 1979 (ΦΕΚ 7/Β/1979), ενώ θεσμοθετήθηκε ευρύτερη ζώνη προστασίας με Π.Δ. το 1979 (ΦΕΚ 718/Δ/1979) που εν συνεχεία ενσωματώθηκε στο από 20-2-2003 Π.Δ. (ΦΕΚ 199/Δ/2003). Εξάλλου, ήδη από το 1980, το ΥΠΠΟ που είχε τότε την σχετική αρμοδιότητα, κήρυξε την περιοχή ως «Τοπίο ιδιαίτερου φυσικού κάλλους και ιστορικό τόπο» (ΦΕΚ 706/Β/1980). Η περιοχή εντάχθηκε στη NATURA 2000.
Οι διοικητικές πράξεις προστασίας καθώς και τα πρακτικά μέτρα, όπως προαναφέρθηκαν, συνετέλεσαν στη συνολική και ισόρροπη προστασία του χώρου ακολουθώντας την αρχή του αλληλένδετου μεταξύ του φυσικού περιβάλλοντος και των μνημείων, όπως εξαρχής την είχαν συλλάβει και αναδείξει οι αρχαίοι Έλληνες.
Ωστόσο, από το 2019 και εξής επιχειρείται να διαχωριστεί ο φυσικός από τον πολιτιστικό χαρακτήρα της περιοχής και να τεθεί το δίλημμα της προστασίας διαζευκτικά, είτε του φυσικού είτε του πολιτιστικού περιβάλλοντος. Κάτι τέτοιο δεν υποστηρίζεται από τα αποτελέσματα της πρακτικής για την προστασία που εφαρμόστηκε επί δεκαετίες και διατήρησε τόσο τις αρχαιότητες όσο και το φυσικό περιβάλλον. Προκύπτει, λοιπόν, ως επιτακτική ανάγκη η ισόρροπη αντιμετώπιση του προβλήματος. Πολύ περισσότερο, όταν πρόκειται για τα μνημεία ενός σημαντικού αρχαίου ιερού, το οποίο εκ των πραγμάτων είναι αναντικατάστατο και οφείλουμε, σύμφωνα με την ηθική, ιστορική, αλλά και θεσμική (Ν. 4858/2021) υποχρέωσή μας, να το παραδώσουμε στις επόμενες γενεές μέσα στο φυσικό του περιβάλλον.

