Project Description

ΕΣΠΑ 2014-2020, Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «ΑΤΤΙΚΗ 2014-2020»
«Διαμόρφωση αρχαιολογικών διαδρομών -υποδομές ανάδειξης στον αρχαιολογικό χώρο των μεταλλουργικών εργαστηρίων και μεταλλείων της κοιλάδας Σούριζας – Αγριλέζας Λαυρεωτικής (Α’ Φάση)»
Το έργο «Διαμόρφωση αρχαιολογικών Διαδρομών-Υποδομές Ανάδειξης στον αρχαιολογικό χώρο των μεταλλουργικών εργαστηρίων και μεταλλείων της κοιλάδας Σούριζας – Αγριλέζας Λαυρεωτικής (Α’ Φάση)» είναι ενταγμένο στο ΕΠ «ΑΤΤΙΚΗ 2014-2020», με προϋπολογισμό 1.500.000,00€ και εκτελείται απολογιστικά και με αυτεπιστασία από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ανατολικής Αττικής.
Στόχος του έργου είναι η δημιουργία δικτύου διαδρομών περιήγησης σε ένα ιστορικό τοπίο με πλήθος υλικών καταλοίπων που σχετίζονται με την έντονη μεταλλευτική δραστηριότητα τόσο με την αρχαία (στοές και φρέατα εξόρυξης μεταλλεύματος και μεγάλα συγκροτήματα επεξεργασίας του μεταλλεύματος με πλυντήρια, δεξαμενές, χώρους θραύσης, αποθήκες κτλ ) όσο και με την νεώτερη (κατάλοιπα των εργασιών, κτηρίων και διαμορφώσεων της Γαλλικής Εταιρείας Μεταλλείων Λαυρίου).

Το έργο περιλαμβάνει τα εξής:

(α) Διαδρομές – Καθιστικά – Στάσεις θέασης και ενημέρωσης.

1. Δημιουργείται μια κεντρική διαδρομή μήκους 1994μ. (“Πράσινη” διαδρομή), η οποία διατρέχει τα 180 στρέμματα της περιοχής υλοποίησης του έργου και διαμορφώνεται επί υφιστάμενου δικτύου διαδρόμων βαγονέτου του 19ου/ 20ου αι., μετά από εργασίες ανάταξης συμπλήρωσης του, καθαρισμού και εξομάλυνσης του καταστρώματός του . Η διαδρομή αυτή θα συνδέει και τους υφιστάμενους περιφραγμένους αρχαιολογικούς χώρους των αρχαίων μεταλλουργικών εργαστηρίων Δρυμού – Σούριζας και του συγκρότηματος του αρχαίου μεταλλουργικού εργαστηρίου «Ασκληπιακού». Κατά μήκος της διαδρομής θα υπάρχουν στάσεις για ενημέρωση και πληροφόρηση καθώς και καθιστικό για ανάπαυση με πέργκολα.

2. Επιπλέον δημιουργείται και διαδρομή για κινητικώς εμποδιζόμενα άτομα, μήκους 363μ. («Μπλέ» διαδρομή) με καθιστικό στο οποίο θα υπάρχουν ενημερωτικές πινακίδες και μακέτα αφής για άτομα με αδυναμία στην όραση.

(β) Προστασία και ανάδειξη μνημείων.

Πραγματοποιούνται εργασίες καθαρισμών, συντήρησης και στερέωσης σε επιλεγμένα τμήματα εργαστηρίων εκατέρωθεν της κεντρικής (“Πράσινης”) διαδρομής, προκειμένου να ενισχυθεί η αναγνωσιμότητα των αρχαίων καταλοίπων.
(γ)Δημιουργία ιστότοπου με πληροφοριακό υλικό, ψηφιακής εφαρμογής περιήγησης και εκπαιδευτικό πρόγραμμα

ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ/ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΑ

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΟΥ ΛΑΥΡΙΟΥ

Σύμφωνα με αρχαιολογικές ενδείξεις, η εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου της Λαυρεωτικής άρχισε γύρω στο 3500 π.Χ. και συνεχίστηκε ως τον 6ον αι. μ.Χ. Η λειτουργία των Λαυρεωτικών μεταλλείων είχε τεράστια σημασία για την εξέλιξη του Πολιτισμού στην Ελλάδα, σε ορισμένες μάλιστα περιόδους η σημασία αυτή αποδείχθηκε κυριολεκτικά κοσμοϊστορική, όπως π.χ. κατά το 483 π.Χ., οπότε με τα έσοδα από την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων που ανακαλύφθηκαν στην Μαρώνεια της Αττικής (σημερινή Καμάριζα Λαυρεωτικής), ναυπηγήθηκε ο στόλος με τον οποίο οι ΄Ελληνες καταναυμάχησαν τον Περσικό στην Σαλαμίνα το 480 π.Χ., καθώς και κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν, οπότε ο λαυρεωτικός άργυρος εστήριξε οικονομικά, σε μεγάλο βαθμό, τα περισσότερα από τα θαυμαστά έργα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, τα οποία στοιχειοθετούν την άνθιση του Χρυσού Αιώνα του Ελληνικού Πολιτισμού.

Επειδή η μεταλλοφορία της Λαυρεωτικής είναι ιδιόμορφη και ως προς την κοιτασματολογία και ως προς την ορυκτολογία της, η απόδοση της εκμετάλλευσης κατά τους Προκλασικούς χρόνους δεν ήταν υψηλή, επειδή δεν υπήρχαν ακόμη οι κατάλληλες τεχνολογικές γνώσεις. Κατά τα τέλη του 6ου αι. π.Χ. και τις αρχές του επόμενου οι γνώσεις αυτές ανήλθαν σε πολύ υψηλότερο επίπεδο με αποτέλεσμα οι μεταλλευτές και οι μεταλλουργοί να επιτύχουν πολύ σπουδαίες ανακαλύψεις και επινοήσεις. Τότε, συγκεκριμένα, ανακαλύφθηκε η πιο πλούσια και βαθειά Επαφή της μεταλλοφορίας του Λαυρεωτικού υπεδάφους, δηλ. η λεγόμενη Τρίτη Επαφή, και επινοήθηκε το πλυντήριο («καθαριστήριο») του αργυρούχου μεταλλεύματος, στο οποίο οι μεταλλουργοί, με την βοήθεια του νερού, μπορούσαν πλέον να αφαιρούν όλα τα μη χρήσιμα στοιχεία του και να το καθιστούν πλήρως εκμεταλλεύσιμο.

Οι ως άνω δύο θεμελιώδεις ανακαλύψεις άνοιξαν τον δρόμο για την εκτεταμένη διερεύνηση του Λαυρεωτικού υπεδάφους και για την μεγάλη αύξηση της εκεί παραγωγής του αργύρου. Αμέσως μετά από αυτές, σε όλη την μεταλλοφόρο Λαυρεωτική άρχισαν να δημιουργούνται διάφορα μεταλλεία και να κατασκευάζονται αντίστοιχα μεταλλουργικά εργαστήρια, με αποτέλεσμα όλη η περιοχή να μεταβληθεί σταδιακά σε ένα τεράστιο εργοτάξιο. ΄Εκτοτε ο Λαυρεωτικός άργυρος έρρεε άφθονος στο ταμείο του Αθηναϊκού κράτους καθώς και στα θυλάκια των Αθηναίων πολιτών, που επιδίδονταν σε μεταλλευτικές ή μεταλλουργικές επιχειρήσεις. Με αυτόν τον άργυρο η Αθήνα συνέχισε να εκδίδει το αργυρό νόμισμά της, δηλ. τις περίφημες «Αθηναϊκές Γλαύκες», το οποίο ήταν ένα από τα ισχυρότερα νομίσματα του τότε κόσμου και γι’ αυτό τον λόγο το πιο περιζήτητο από όλους τους γειτονικούς λαούς. Οι «Αθηναϊκές γλαύκες» προσέδιδαν στην Αθήνα αίγλη, αυτοπεποίθηση και μεγάλη οικονομική δύναμη, με την οποία μπορούσε να σχεδιάζει και να εκτελεί την μεγαλεπήβολη πολιτική της και τα λαμπρά έργα της.
Με την εκμετάλλευση του Λαυρεωτικού αργύρου ασχολήθηκαν συστηματικά πολλοί Αθηναίοι πολίτες, αλλά και άλλοι, μη Αθηναίοι. Η προσπάθεια αυτή, στην οποία εργάσθηκαν σκληρά πολλές χιλιάδες δούλων, απέδιδε επί πολλά χρόνια μεγάλα κέρδη χάρη στην πολύμοχθη εργασία των μεταλλευτών και των μεταλλουργών, στην εφευρετικότητά τους και στην άρτια εκτέλεση των επί μέρους έργων τους, υπογείων και επιγείων, κυρίως όμως χάρη στην μεγαλοφυή οργάνωση της εκμετάλλευσης της Λαυρεωτικής από την Πολιτεία, η οποία καθόρισε διά νόμων τους κανόνες της λειτουργίας των Αττικών αργυρείων καθώς και τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα αφ’ ενός μεν του κράτους και αφ΄ ετέρου των επιχειρηματιών. Με αυτόν τον τρόπο και με βάση τον ορθολογισμό, τον έλεγχο και τον σεβασμό της συμβολής του κάθε μέρους, το κράτος και οι επιχειρηματίες συνεργάσθηκαν αρμονικά και αποδοτικά και με κύριο χαρακτηριστικό αφ’ ενός μεν την εκ μέρους των επιχειρηματιών άντληση ικανοποιητικών κερδών από τις μεταλλευτικές επιχειρήσεις τους, αφ΄ ετέρου δε την ουσιαστική και άμεση συμμετοχή της Πολιτείας στα κέρδη τους.

Η ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΜΕΤΑΛΛΩΝ

(προτείνεται να ενσωματωθούν αναπαραστάσεις και φωτογραφίες )
Η παραγωγή των μετάλλων χωριζόταν σε τρία μέρη, αλληλένδετα μεταξύ τους. Το πρώτο απ’ αυτά ήταν ο εντοπισμός και η εξόρυξη του μεταλλοφόρου κοιτάσματος, το δεύτερο η επεξεργασία και ο καθαρισμός του εξορυσσόμενου μεταλλεύματος, για να αφαιρεθούν όλες οι μη αργυρούχες ύλες του και να καταστεί κατάλληλο για τήξη, και το τρίτο η τήξη του για την παραγωγή των μετάλλων.

Η αποκτηθείσα πείρα επέτρεψε την αναζήτηση των αργυρούχων κοιτασμάτων σε μεγαλύτερο βάθος. Για τον εντοπισμό τους διανοίγονταν φρέατα (Φ). Όταν το κοίτασμα εξαντλείτο, τότε συνέχιζαν την διάνοιξη της στοάς κατά μήκος της Επαφής μέχρι να συναντήσουν το επόμενο. Όταν η στοά αποκτούσε μεγάλο μήκος και υπήρχαν προβλήματα αερισμού, διανοιγόταν ένα νέο φρέαρ (Ψ), το λεγόμενο ψυχαγώγειον, το οποίο θα εξασφάλιζε ρεύμα αέρος. Το στόμιο του μεταλλευτικού φρέατος περιτοιχιζόταν με ξερολιθιά και συχνά γύρω από αυτό υπάρχουν οι λατύπες από τη διάνοιξη του. Ο φωτισμός μέσα στη στοά γινόταν με λυχνάρια.

Η αύξηση της παραγωγής, παρά την βελτίωση της τεχνολογίας εξορύξεως, δεν θα ήταν δυνατή, εάν δεν είχε επινοηθεί το πλυντήριο ή καθαριστήριο κατά τους αρχαίους. Ο καθαρισμός του μεταλλεύματος από τα περιττά γεώδη στοιχεία ήταν βασική προϋπόθεση για την επιτυχία πλήρους τήξεως και καλής ποιότητας μετάλλου.

Επιτυγχανόταν με τη χρήση του νερού που απομάκρυνε τα γεώδη υλικά, ελαφρύτερα από το αργυρούχο μετάλλευμα. Καθώς η Λαυρεωτική είναι άνυδρη, τα εργαστήρια καθαρισμού ιδρύονταν στις κοιλάδες, οι οποίες χαρακτηρίζουν το ανάγλυφο της περιοχής, προκειμένου να εκμεταλλεύονται τη ροή των χειμμάρων, η οποία όμως δεν ήταν συνεχής. Η επινόηση του πλυντηρίου εξασφάλισε την αδιάκοπη δραστηριότητά τους. Η λειτουργία τους βασιζόταν στη συγκέντρωση και χρήση του βρόχινου νερού και την ανακύκλωσή του, ώστε να γίνεται η μεγαλύτερη δυνατή οικονομία του.

Τα κύρια μέρη του πλυντηρίου είναι η δεξαμενή του νερού (Δ), οι αύλακες (Α) και τα φρεάτια (Φ). Το νερό που χρειαζόταν για τον καθαρισμό του μεταλλεύματος έρρε από την δεξαμενή και κατέληγε στις αύλακες. Εκεί και στα ενδιάμεσα φρεάτια κατακάθιζαν τα γεώδη υλικά και το νερό καθαρό πλέον μπορούσε να ξαναχρησιμοποιηθεί μεταγγιζόμενο εκ νέου στην δεξαμενή. Οι ανασκαφές του Ευάγγελου Κακαβογιάννη στην κοιλάδα του Μπερτσέκου έφεραν στο φως πρόδρομες μορφές πλυντηρίων χρονολογούμενες στην αρχαϊκή περίοδο (6ος αι. π.Χ.). Παρατηρούμε ότι η διάταξη των κύριων μερών του πλυντηρίου είναι τυχαία. Στην Κλασική περίοδο το πλυντήριο έχει τυποποιηθεί με ορθογώνια κάτοψη. Οι κλίσεις όλων των επιφανειών είναι υπολογισμένες ώστε τα νερά μετά τη χρήση τους να συγκεντρώνονται στις αύλακες και σταδιακά να ρέουν από την αύλακα Α1 στην αύλακα Α4 και να καταλήγουν στο φρεάτιο Φ3, αφού είχαν εν τω μεταξύ καθαρισθεί. Ακολούθως μεταγγίζονταν εκ νέου στη δεξαμενή χειρωνακτικά από τον υπερυψωμένο γωνιακό χώρο (Μ). Για να μειώνονται οι απώλειες νερού, οι επιφάνειες επενδύονταν με ειδικό αδιάβροχο κονίαμα, γνωστό ως υδραυλικό. Σπανιότερα και μάλλον όψιμα εμφανίζεται και ο τύπος του ελικοειδούς ή κυκλικού πλυντηρίου.

Το πλυντήριο υδροδοτείτο από μεγάλες ανοικτές δεξαμενές, στις οποίες συγκεντρωνόταν το νερό της βροχής. Πρέπει να καλύπτονταν με στέγαστρο από φθαρτό υλικό για να αποφεύγεται η εξάτμιση. Τα βρόχινα νερά που έρρεαν από τις γύρω πλαγιές συγκεντρώνονταν αρχικά σε μια μικρότερη δεξαμενή, το πρόστερνο, και στη συνέχεια, διοχετεύονταν στη μεγάλη δεξαμενή μετά την υπερχείλισή του.
Το εργαστήριο καθαρισμού (εικ: κάτοψη του εργαστηρίου 4 από τον αρχαιολογκό χώρο του Δρυμού), αποτελείτο λοιπόν από το πλυντήριο (Π3), τη δεξαμενή (Δ2) και το πρόστερνο (ΠΔ2), το χώρο θραύσεως του μεταλλεύματος και τον χώρο πλινθοποιήσεως. Μετά την εξόρυξη το μετάλλευμα μεταφερόταν στο εργαστήριο. Για να καταστεί δυνατός ο καθαρισμός του έπρεπε πρώτα να θραυσθεί σε ειδικό χώρο πάνω στις τράπεζες θραύσεως και στη συνέχεια να κονιορτοποιηθεί σε γουδιά και να αλεσθεί σε μύλους με διαδοχικά κοσκινίσματα, ώστε να αποκτήσει ενιαία κοκκομετρία.
Η δεξαμενή του πλυντηρίου ήταν κτιστή και η πρόσθια πλευρά της σχηματιζόταν από μεγάλες πλάκες. Σε αυτές και σε σταθερό ύψος από το δάπεδο υπήρχε σειρά οπών, από τις οποίες έρρεε το νερό και άδειαζε η δεξαμενή. Για την διαδικασία καθαρισμού του μεταλλεύματος έχουν διατυπωθεί δύο υποθέσεις. Σύμφωνα με τον Κ. Κονοφάγο μπροστά από κάθε οπή του φράγματος της δεξαμενής τοποθετείτο ένα ξύλινο ρείθρο με κατωφερική κλίση μέχρι την Αύλακα 1. Στα ξύλινα ρείθρα τοποθετείτο το κονιορτοποιημένο μετάλλευμα. Καθώς το νερό έρρεε από την οπή παρέσυρε τα ελαφρύτερα του μεταλλεύματος και συνεπώς άχρηστα υλικά. Στη συνέχεια το πλυμένο μετάλλευμα τοποθετείτο στον κεντρικό ορθογώνιο χώρο προκειμένου να στραγγίσει. Η δεύτερη υπόθεση στηρίζεται στα αρχαιολογικά δεδομένα και συνυπολογίζει το γεγονός ότι για την χρήση των ρείθρων αφενός μεν δεν υπάρχει σχετική πληροφορία από την αρχαιότητα σε κείμενα ή σε απεικονίσεις, αφετέρου δε δεν υπάρχουν αρχαιολογικές / ανασκαφικές ενδείξεις για την ύπαρξή τους. Κατά τον κ. Κακαβογιάννη, η δεξαμενή γέμιζε με νερό αφού είχαν κλείσει οι οπές απορροής. Ο μεταλλουργός τοποθετούσε μικρή ποσότητα κοσκινισμένου μεταλλεύματος μέσα σε μία πήλινη λεκάνη, την οποία γέμιζε μέχρι τη μέση περίπου με νερό. Ακολούθως, κρατώντας τη από τις δύο λαβές την κινούσε κυκλικά, ώστε να προκληθεί περιδίνιση. Με τον τρόπο αυτό οι βαρύτεροι κόκκοι του αργυρούχου μεταλλεύματος κατακάθονταν στον πυθμένα, ενώ οι ελαφρύτεροι των άχρηστων υλικών επέπλεαν. Το ακάθαρτο νερό αδειαζόταν πίσω στην δεξαμενή, στον πυθμένα της οποίας κατακάθιζαν τα γεώδη υλικά. Εφόσον η διαδικασία είχε επαναληφθεί πολλές φορές και το νερό της δεξαμενής παρέμενε θολό, άνοιγαν τις οπές και αυτό έρρεε στην αύλακα (Α1), ώστε να αρχίσει η διαδικασία καθαρισμού του όπως προαναφέρθηκε. Την ιλύ από τον πυθμένα της δεξαμενής την απομάκρυναν με φτυάρια, όπως και από τα άλλα μέρη του πλυντηρίου. Σωροί από τέτοια ιλύ υπάρχουν πολλοί, είναι οι λεγόμενοι πλυνίτες. Η υπόθεση αυτή στηρίζεται από το γεγονός ότι στις ανασκαφές των πλυντηρίων βρίσκεται μεγάλος αριθμός από πήλινες λεκάνες, η παρουσία των οποίων δεν μπορεί να ερμηνευθεί με την απλή χρήση τους ως καθημερινών σκευών. Το μετάλλευμα αφού στράγγιζε μεταφερόταν σε άλλο χώρο, όπου πλαθόταν σε σχήμα πλίνθων και αφηνόταν να στεγνώσει. Η πλινθοποίηση ήταν απαραίτητη προκειμένου το μετάλλευμα να τροφοδοτηθεί στην κάμινο για την τήξη του.
Το τελευταίο στάδιο της πρακτικής διαδικασίας ήταν η τήξη του μεταλλεύματος και η συνακόλουθη παραγωγή των μετάλλων. Το στάδιο αυτό ήταν το πιο σύνθετο, το πιο δύσκολο από τεχνολογική άποψη.
Για την τελική παραγωγή του αργύρου και του μολύβδου έπρεπε απαραιτήτως να πραγματοποιηθούν τρείς κατά σειρά τήξεις, ήτοι:
α) Η τήξη του καθαρού μεταλλεύματος γιά την παραγωγή του αργυρούχου μολύβδου.
β) Η τήξη του αργυρούχου μολύβδου για την παραγωγή του αργύρου με τη μέθοδο της Κυπέλλωσης και
γ) Η τήξη του παραχθέντος κατά την Kυπέλλωση οξειδίου του μολύβδου (PbO), δηλαδή του λιθαργύρου, για την παραγωγή καθαρού μολύβδου.
Η τήξη του μεταλλεύματος πραγματοποιόταν σε άλλου είδους Εργαστήρια τα λεγόμενα Εργαστήρια Τήξης ή καμίνων. Αυτά ήταν μακρόστενα κτίσματα, τα οποία απετελούντο από μία σειρά διαμερισμάτων, διαστάσεων 5 Χ 5 μ. περίπου το καθένα Ο αριθμός των διαμερισμάτων ήταν ποικίλος, το καθένα δε από αυτά περιείχε μια κάμινο προσαρμοσμένη σε κόγχη της απέναντι από την είσοδο πλευράς του. Επειδή τα αργυρούχα μεταλλεύματα της Λαυρεωτικής είχαν διαφορετική σύσταση, ήταν δηλ. είτε θειούχα (γαληνίτης) είτε οξειδωμένα (κερουσίτης), χρειαζόταν διαφορετικός τύπου καμίνου για την τήξη του κάθε είδους. Τα εν λόγω μεταλλεύματα μπορούσαν να τηχθούν και μαζί, αυτό όμως προκαλούσε προβλήματα και κυρίως απώλεια αργύρου. Κατά την τήξη του μεταλλεύματος παράγονταν αργυρούχος μόλυβδος και σκωρία, την οποία οι μεταλλουργοί πετούσαν συνήθως ως άχρηστη.
Η Κυπέλλωση του αργυρούχου μολύβδου απέβλεπε στο χωρισμό αυτού του φυσικού κράματος στα κύρια συστατικά του, δηλ. σε άργυρο και σε μόλυβδο, και στηριζόταν στο ότι ο μόλυβδος, όταν βρίσκεται σε υγρή κατάσταση, έχει την ιδιότητα να ενώνεται με το οξυγόνο και να δημιουργεί οξείδιο του μολύβδου, ενώ ο άργυρος παραμένει ανεπηρέαστος. Η Κυπέλλωση πραγματοποιόταν σε άλλο είδος καμίνου. Κατ’ αυτήν οι μεταλλουργοί διοχετεύοντας συνεχώς αέρα με φυσερά στην επιφάνεια του φυσικού κράματος, που βρισκόταν σε τήξη, οξείδωναν τον μόλυβδό του και τον μετέτρεπαν σε οξείδιο του μολύβδου (λιθάργυρο). Με τη συνεχή οξείδωση του μολύβδου και την παράλληλη αφαίρεση του δημιουργούμενου οξειδίου, αφαιρείτο πλήρως ο μόλυβδος και απέμενε τελικά μέσα στο κύπελλο καθαρός μόνο ο άργυρος.
Κατά την Κυπέλλωση όλος ο μόλυβδος του αργυρούχου μολύβδου μετατρεπόταν σε λιθάργυρο, για να μη χάνεται λοιπόν αυτό το πολύ χρήσιμο μέταλλο, οι μεταλλουργοί υπέβαλλαν εν συνεχεία σε τήξη τον λιθάργυρο και τον μετέτρεπαν σε καθαρό, δηλ. απαργυρωμένο, μόλυβδο. Ο λιθάργυρος περιείχε μόλυβδο σε ποσοστό μεγαλύτερο από 90%. Τα αργυρεία πουλούσαν όχι μόνο μόλυβδο αλλά και λιθάργυρο, επειδή η τήξη για την μετατροπή του σε μόλυβδο ήταν εύκολη. Ανάλογα με τη μέθοδο της αφαίρεσης του οξειδίου του μολύβδου από το κύπελλο, οι παραγόμενοι λιθάργυροι ήταν πλακοειδείς ή σωληνωτοί.